A Free Template From Joomlashack

A Free Template From Joomlashack

ΤΟ SITE EINAI
ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
«Come and See» του Elem Klimov Εκτύπωση E-mail
Ευρετήριο Σελίδων
«Come and See» του Elem Klimov
Elem Klimov
Κατίν, Λευκορωσία
Φωτογραφίες
Κριτικές
Ο Σον Πεν για την ταινία
Poster
Όλες οι σελίδες

                  

Το αριστούργημα
του Έλεμ Κλίμοφ,
από Πέμπτη,
29 Ιανουαρίου 2009

στους κινηματογράφους από τη New Star

Καλύτερη Ταινία,
Βραβείο FIPRESCI
Φεστιβάλ Μόσχας 1985

 

 «Έλα να δεις»

Σοβιετική Ένωση/ Έγχρωμο / 1985 / 142’

Σκηνοθεσία: Elem Klimov
Σενάριο: Ales Adamovich, Elem Klimov
Με τους: Aleksei Kravchenko, Olga Mironova, Liubomiras Lauciavicius, Vladas Bagdonas, Jüri Lumiste, Viktor Lorents, Kazimir Rabetsky, Yevgeni Tilicheyev, Aleksandr Berda, G. Velts, V. Vasilyev, Igor Gnevashev, Vasili Domrachyov
Μουσική: Oleg Yanchenko, Μοzart
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Aleksei Rodionov
Μοντάζ: Valeriya Belova

Υπόθεση: Λευκορωσία 1943, οι Δυνάμεις «τιμωρίας» των Γερμανών ναζί καταστρέφουν ολοσχερώς 618 χωριά καίγοντας ζωντανούς τους κατοίκους τους, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 2.2 εκατομμύρια Λευκορώσων σκοτώθηκαν.
    Η αριστουργηματική ταινία του Έλεμ Κλίμοφ είναι ένα συγκλονιστηκό έπος των φρικαλεοτήτων των ναζί αποτελεί μια βίαιη καταδίκη του πολέμου. Η ταινία ακολουθεί ένα 12άχρονο αγόρι, τον Φλόρια (που τον υποδύεται υποδειγματικά ο Aleksei Kravchenko). Όταν ξεθάβει ένα χαμένο όπλο, ο Φλόρια κατατάσσεται στο Ρωσικό στρατό ανυπομονώντας να ζήσει σαν στρατιώτης. Όμως, η φαντασίωσή του γρήγορα διαλύεται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Οι συμπολεμιστές του τον αφήνου πίσω για να τον προστατεύσουν κι απομένει μόνος. Συναντά την Γκλάσα (Olga Mironova), μια όμορφη έφηβη, που επίσης έχει μείνει μόνη της. Μαζί επιστρέφουν στο χωριό του Φλόρια, όπου ανακαλύπτουν ότι όλοι οι κάτοικοι και η οικογένεια του Φλόρια, έχουν σφαγιαστεί. Ο Φλόρια συνεχίζει την περιπλάνηση και ξεκινά μια νέα αποστολή: να βρει τροφή για τους αβοήθητους κατοίκους ενός γειτονικού χωριού. Στο δρόμο του θα βρεθεί στο μέσο μιας σφαγής και θα δει τους Ναζί να στοιβάζουν τους κατοίκους ενός χωριού σε μια αποθήκη και να την πυρπολούν, αφανίζοντας μαζί και την αθωότητα του Φλόρια, που αρχίζει εμφανώς να γερνά. Καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με την κτηνωδία, τα μαλλιά του ασπρίζουν και ρυτίδες εμφανίζονται στο πρόσωπό του.
    Το σενάριο είναι του Αντάμοβιτς που είχε υπηρετήσει στο Β’ Παγκόσμιο κι είχε βιώσει την καταστροφική λαίλαπα που άφησαν οι ναζί στην Λευκορωσία, αναφέρει πραγματικά γεγονότα, όπως η καταστροφή του χωριού Κατίν. Ο Κλίμοφ άντλησε επίσης υλικό από τα παιδικά του χρόνια, όπου αναγκάστηκε να εκκενώσει την πόλη, με μια βάρκα με την μητέρα του και το βρέφος αδελφό του κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ. «Οι φλόγες ανέβαιναν ως τον ουρανό, ακόμα και το ποτάμι καιγόταν (Βόλγας). Ήταν νύχτα, βόμβες εκρήγνηνταν παντού και οι μητέρες προσπαθούσαν να καλύψουν τα μάτια των παιδιών τους με ό,τι είχαν στη διάθεσή τους. Συμπεριέλαβα στην ταινία όλα όσα ήξερα, παρόλο που δεν είχα δει τίποτα.» Αυτή η ταινία ήταν το κύκνειο άσμα του Κλίμοφ και η προσωπική του μαρτυρία.
     Το αριστούργημα του Κλίμοφ καθηλώνει με την ομορφιά των εικόνων του, που λειτουργούν πολυεπίπεδα, καθιστώντας την ταινία ένα άχρονο κι αξέχαστο επίτευγμα.
    Προς τιμήν των 618 χωριών που καταστράφηκαν ιδρύθηκε στο Κατίν ένα Μνημείο που λειτουργεί ως και σήμερα. Διαβάζουμε την επιγραφή.
    «Καλέ μας φίλε, θυμήσου: αγαπήσαμε τη ζωή και την πατρίδα μας κι εσένα. Καήκαμε ζωντανοί μέσα στις φλόγες. Κάνουμε έκκλιση σε σένα: οι κραυγές κι ο πόνος μας να γίνουν θάρρος και δύναμη, για να επικρατήσει Ειρήνη και Γαλήνη σ’ αυτή τη Γη. Ώστε να μη χαθεί ποτέ ξανά ζωή στην πύρινη λαίλαπα».

 


 


Έλεμ Κλίμοφ
(1933-2003)

Ο Έλεμ Κλίμοφ γεννήθηκε στο Στάλινγκραντ στις 9 Ιουλίου του 1933 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 2003. Υπήρξε σκηνοθέτης ταινιών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του Σοβιετικού Κράτους.

Ο Κλίμοφ κατόρθωσε να γυρίσει μόνο 5 μεγάλου μήκους ταινίες κατά τη διάρκεια της καριέρας του, η τελευταία, «Έλα να Δεις», είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες παγκοσμίως.  

Το Δυτικό κοινό γνώρισε τον Κλίμοφ κυρίως από τα όψιμα έργα του, και ειδικότερα το «Agoniia» («Ρασπούτιν», 1975, που διανεμήθηκε το 1984) και το «Idi i smotri» («Come and See»- «Έλα να Δεις», 1985). Κι οι δύο είναι ιστορικές ταινίες, η πρώτη για τον Γκριγκόρι Ρασπούτιν, τον αισθησιοκράτη σύμβουλο του Τσάρου Νικολάου Β’ κι η δεύτερη για τη θηριωδία των ναζί στην Λευκορωσία το 1943.
Ο Κλίμοφ έθεσε τέρμα στην καριέρα του για πολλούς λόγους. Το πολιτικό σκηνικό της Ρωσίας που άλλαζε με γοργούς ρυθμούς και επιπτώσεις που συνεπαγόταν στον πολιτιστικό τομέα, έπληξαν τον Κλίμοφ που είχε διοριστεί, ο πρώτος γραμματέας της Ένωσης Σοβιετικών Σκηνοθετών, το 1986. Η παλαιά φρουρά αντικαταστάθηκε με μια νέα. Ο Κλίμοφ είχε αντιμετωπίσει προβλήματα με τους σκηνοθέτες που ανέδειξε η Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Ο Κλίμοφ απέτυχε στις προσπάθειές του να εγκαθιδρύσει ένα νέο και δυναμικό σινεμά στα πρότυπα του σπουδαίου Σοβιετικού Κινηματογράφου. Γνωστός καθώς ήταν για τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις, παραιτήθηκε από τη θέση του δυο χρόνια αργότερα.
Δεν ολοκλήρωσε ποτέ το σχέδιό του να γυρίσει μια ταινία βασισμένη στο «Μάστερ και Μαργαρίτα», την φανταστική σάτιρα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ούτε την διασκευή του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφκι, «Οι Δαιμονισμένοι». Δήλωνε « Έχω χάσει το ενδιαφέρον μου για τις ταινίες. Νιώθω ότι έχω κάνει ό,τι ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί.»

Ο Κλίμοφ είχε ένα ακόμα βαθύ τραύμα. Η σύζυγός του Λαρίσσα Σεπίτκο, σκοτώθηκε το 1979 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας της  «Farewell». Μια εβδομάδα μετά τον θάνατό της, ο ίδιος ο Κλίμοφ ολοκλήρωνε τα γυρίσματα της ταινίας. Το ζεύγος Kλίμοφ-Σεπίτκο είχε γοητεύσει κατά τη δεκαετία του ’60, μοιράζονταν κι οι δυο τη Ρώσικη Ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ και την ενδοσκόπηση. Αποφοίτησαν από το VGIK, την ανώτατη Κρατική Σχολή Κινηματογράφου, την εποχή που οι σκηνοθέτες στρέφονταν από τον κοινωνικό ρεαλισμό προς ένα δράμα πιο προσωπικό, αναζητώντας τον ρόλο του ατόμου στη σύγχρονη κοινωνία.

Ο Έλεμ Κλίμοφ γεννήθηκε στο Στάλινγκραντ, σε οικογένεια κομμουνιστών -το όνομά του αποτελεί ακρωνύμιο των Ένγκελς, Λένιν και Μαρξ- αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Αεροπορίας του 1957. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία κι έπειτα μπήκε στο VGIK.
Μετά την αποφοίτησή του, το 1964 γύρισε την πρώτη του ταινία «Dobro pozhlovat', ili postoronnim vkhod vospreshchen» («Welcome or No Trespassing», 1964), μια σατιρική ταινία για ένα ατίθασο παιδί που αποβάλλεται από την κατασκήνωση απ’ τον αυταρχικό διευθυντή. «Οι Περιπέτειες του Οδοντιάτρου» (1965) ήταν η δεύτερη ταινία του κι αυτή σατιρική.
 
Το «Έλα να Δεις» όμως, η πέμπτη και τελευταία του ταινία είναι ένα συγκλονιστικό έπος των φρικαλεοτήτων των Nαζί στη Λευκορωσία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ταινία ακολουθεί τον δωδεκάχρονο Φλόρια, ο οποίος γερνά κατά τη διάρκεια της ταινίας καθώς βρίσκεται συνέχεια αντιμέτωπος με την κτηνωδία, τα μαλλιά του ασπρίζουν και ρυτίδες εμφανίζονται στο πρόσωπό του.

Τo σενάριο είναι του Αντάμοβιτς που είχε υπηρετήσει στο Β’ Παγκόσμιο κι είχε βιώσει την καταστροφική λαίλαπα που άφησαν οι ναζί στην Λευκορωσία, αναφέρει πραγματικά γεγονότα, όπως η καταστροφή του χωριού Κατίν. Ο Κλίμοφ άντλησε επίσης υλικό από τα παιδικά του χρόνια, όπου αναγκάστηκε να εκκενώσει την πόλη, με μια βάρκα με την μητέρα του και το βρέφος αδελφό του κατά τη μάχη του Στάλινγκραντ. «Οι φλόγες ανέβαιναν ως τον ουρανό, ακόμα και το ποτάμι καιγόταν (Βόλγας). Ήταν νύχτα, βόμβες εκρήγνηνταν παντού και οι μητέρες προσπαθούσαν να καλύψουν τα μάτια των παιδιών τους με ό,τι είχαν στη διάθεσή τους. Συμπεριέλαβα στην ταινία όλα όσα ήξερα, παρόλο που δεν είχα δει τίποτα». Αυτή η ταινία ήταν το κύκνειο άσμα του Κλίμοφ και η προσωπική του μαρτυρία.

 


 

Μνημείο Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Κατίν, Λευκορωσία

 

«Καλέ μας φίλε, θυμήσου: αγαπήσαμε τη ζωή και την πατρίδα μας κι εσένα. Καήκαμε ζωντανοί μέσα στις φλόγες. Κάνουμε έκκλιση σε σένα: οι κραυγές κι ο πόνος μας να γίνουν θάρρος και δύναμη, για να επικρατήσει Ειρήνη και Γαλήνη σ’ αυτή τη Γη. Ώστε να μη χαθεί ποτέ ξανά ζωή στην πύρινη λαίλαπα».


22 Μαρτίου 1943: 26 σπίτια με τους κατοίκους τους (149 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 75 παιδιά) κάηκαν από τις ομάδες τιμωρίας του Γερμανικού Στρατού στο χωριό Κατίν της Λευκορωσίας. H τραγική μοίρα των καμένων χωριών, μνημονεύεται στο αχανές Μνημείο του Κατίν, που εγκαινιάστηκε κοντά στο Μινσκ, το 1969. Το Κατίν δεν ήταν το μόνο χωριό που είχε αυτή τη φριχτή μοίρα. Οι κάτοικοι 618 χωριών της Λευκορωσίας απανθρακώθηκαν ζωντανοί από Ναζί, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στις επιχειρήσεις τιμωρίας των SS εναντίον των αντάρτικων ομάδων. 185 από τα καμένα χωριά της Λευκορωσίας δεν αποκαταστάθηκαν μεταπολεμικά- χάθηκαν οριστικά από προσώπου γης.


Τo σενάριο της ταινίας «Come and See» είναι του Αντάμοβιτς, που είχε υπηρετήσει στο Β’ Παγκόσμιο κι είχε βιώσει την καταστροφική λαίλαπα που άφησαν οι Ναζί στην Λευκορωσία, εμπειρίες που του έδωσαν την δυνατότητα να αναφέρει πραγματικά γεγονότα με γλαφυρές λεπτομέρειες. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η πυρπόλυση μιας αποθήκης όπου οι Ναζί δεν δίστασαν να κλείσουν τους κατοίκους ενός ολόκληρου χωριού, ανάμεσα στους οποίους πολλά παιδιά, με σκοπό να το αφανίσουν μια για πάντα από τον χάρτη. Η ταινία ακολουθεί τον δωδεκάχρονο Φλόρια, ο οποίος γερνά με ασυνήθιστα γρήγορους ρυθμούς καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με την κτηνωδία και τις ανείπωτες φρικαλεότητες των Ναζί στα χωριά της Λευκορωσίας.


Μια χούφτα χώμα απ’ το καθένα απ’ τα 618 χωριά που κάηκαν ολοσχερώς μεταφέρθηκε στο Κατίν όπου ιδρύθηκε ένα συμβολικό νεκροταφείο χωριών.

Το μνημείο έχει 26 καμινάδες με καμπάνες- που συνθέτουν την εικόνα ενός καμένου χωριού. Μόνο οι πλίθινες καμινάδες έμειναν όρθιες, όταν οι Ναζί έκαιγαν κατοικημένα σπίτια στα χωριά της Λευκορωσίας. Κάθε μία ώρα χτυπούν οι καμπάνες του Κατίν για να μας θυμίζουν τα φριχτά κι αποτρόπαια εγκλήματα για τα οποία είναι ικανή η ανθρώπινη φύση. Σήμερα, η νεότερη κι ευτυχέστερη γενιά προτιμά να μη σκέφτεται την ιστορία μας και να κοιτά το μέλλον, όχι το παρελθόν. Αλλά ένα ασφαλές μέλλον μπορεί μόνο να θεμελιωθεί πάνω στις αναμνήσεις του παρελθόντος.
 
Το άγαλμα απεικονίζει τον μοναδικό επιζώντα του Κατίν, τον Τζόζεφ Καμίνσκι. Έλειπε από το χωριό κι όταν επέστρεψε όλο του το χωριό είχε καεί. Όλος ο πληθυσμός του χωριού 149 κάτοικοι, μεταξύ των οποίων 75 παιδιά- είχαν συγκεντρωθεί σ’ έναν στάβλο. Αρχικά οι άνθρωποι δεν αντελήφθησαν το σχέδιο των Γερμανών. Όταν όμως μύρισαν κηροζίνη και είδαν τις φλόγες να τους τυλίγουν, ξέσπασε πανικός μέσα στον στάβλο. Ο κόσμος πετούσε τα παιδιά μέσα από τα ψηλά παράθυρα του στάβλου με την ελπίδα ότι αυτά ενδεχομένως θα είχαν την ευκαιρία να γλιτώσουν. Οι Γερμανοί είχαν κυκλώσει τον στάβλο και πυροβολούσαν με πολυβόλα όσους πήδαγαν από τα παράθυρα του φλεγόμενου στάβλου. Έτσι σκοτώθηκε κι ο γιος του Καμίνσκι. Σ’ αυτό το άγαλμα απεικονίζεται ο Καμίνσκι με τον υπέρτατο θρήνο ενός πατέρα που κρατά το άψυχο σώμα του παιδιού του ανάμεσα στις γυμνές καμινάδες του απανθρακωμένου χωριού του, της οικογένειάς του, ολόκληρης της ζωής του. Ο Καμίνσκι έμεινε στο Κατίν για όλη του τη ζωή. Όταν επισκέφτηκα το Κατίν, το 1974, ο οδηγός μας τον έδειξε με σεβασμό από μακριά. Κούρευε μόνος το γκαζόν στο μνημείο, μακριά από τους τουρίστες.

 Συνολικά ένας στους τέσσερις Λευκορώσους πέθανε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου - 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων και 380.000 που απελάθηκαν στην Γερμανία ως εργάτες. 209 πόλεις και κωμοπόλεις και 9.200 χωριά καταστράφηκαν στη Λευκορωσία στον Β’Π.Π. Ο πληθυσμός της χώρας έφτασε τα προπολεμικά επίπεδα μόνο το 1971. Κάθε επισκέπτης στη Λευκορωσία, σοκάρεται από τον μεγάλο αριθμό μνημείων του Β’ Παγκόσμίου. Η ειρήνη είναι το υψηλότερο και το πιο πολύτιμο αγαθό για τους Λευκορώσους. Δεν ξέσπασε ποτέ ούτε μια εθνική διαμάχη στη Λευκορωσία στα πολυτάραχα πρώτα χρόνια, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

 

 

 


 

 

 


 

«O πόλεμος όπως το Χόλλυγουντ δε θα μπορούσε ποτέ να τον δείξει». - Empire

«Μαγικό, εκστατικό, τρομακτικό» - Bruce Bennet, Timeout

«Εξαιρετική ομορφιά...Αισθησιακό σε σημείο υπνωτισμού...Είναι ένα αξιόλογο κινηματογραφικό επίτευγμα». - Los Angeles Herald Examiner


«...(Ο Κλίμοφ) διεισδύει σε αυτόν τον παραισθητικά ταπεινό κόσμο αίματος και λάσπης και κλιμακούμενης παράνοιας, τον οποίο ο Φράνσις Φόρντ Κόπολα βρήκε στο «Αποκάλυψη Τώρα». Και παρά την εκπληκτικά ζωντανή ερμηνεία από τον άπειρο νεαρό πρωταγωνιστή του, η πραγματική δεξιότητα του Κλίμοφ είναι η οπτική ποίησή του, μυώδης και πρωτόγονα λατρευτική, όπως η επική «Σιβηριάδα» του συμπατριώτη του Αντρέι Κοντσαλόφσκι». - Rita Kempley, Washington Post


«Λίγες εικόνες υπάρχουν πιο ανεξίτηλες από την τρομοκρατημένη έκφραση του νεαρού Αλεξέι Κραφτσένκο. Σύμφωνα με μερικούς το αγόρι είχε υπνωτιστεί στις τελευταίες εικόνες τις ταινίες – αλλά και στους περισσότερους που θα το δουν θα συμβεί το ίδιο».
- J. Hoberman, The Village


«Ο Κλίμοφ έχει αποτυπώσει την δική του παιδική ηλικία στην ταινία. «Σαν μικρό αγόρι έχω περάσει από την κόλαση», έχει πει. Εκείνος, η μητέρα του και ο μικρότερος σε ηλικία αδερφός του είχαν εγκατελειφθεί σε μια μεγάλη σχεδία στον Ποταμό Βόλγα κατά τη διάρκεια της μάχης του Στάλινγκραντ. «Η πόλη άστραφτε μέχρι τον ουρανό. Ακόμη και το ποτάμι φλεγόταν. Ήταν νύχτα, βόμβες έσκαγαν και μητέρες σκέπαζαν τα παιδιά τους με ό,τι είχαν, και ξάπλωναν από πάνω τους. Συμπεριέλαβα (στην ταινία) όλα όσα είδα και έδειξα την αλήθεια, ακόμη κι αν δεν την είχα δει όλη». Το «Come and See» ήταν η τελευταία δουλειά και η διαθήκη του Έλεμ Κλίμοφ». - Ronald Bergan, The Guardian

«Το «Come and See» είναι αξιόλογο και για την εκλεπτισμένη χρήση στοιχείων που σε άλλα χέρια θα μπορούσε να είχαν αποδειχθεί εντελώς αφηρημένα και αποκομμένα, στοιχεία όπως το χρώμα και ο ήχος. Στην ουσία του δεν πρόκειται για ένα ρεαλιστικό έργο, οι μεγαλύτερες εκπλήξεις αλλά και όλα τα οπτικά αποτελέσματα παράγονται από τον εφιαλτικό τρόπο με τον οποίο ο τρόμος υπερισχύει του τρόμου, την αφωνία, τα εκπληκτικά κοντινά σε κάποια από τα αφύσικα γερασμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του, τις υπέρ-εκφραστικές ερμηνείες πολλών από τους ηθοποιούς και την ιμπρεσσιονιστική και μερικές φορές σχεδόν εξπρεσσιονιστική χρήση του ήχου». - Adrian Danks, Πρόεδρος στην Ταινιοθήκη της Μελβούρνης και λέκτορας Κινηματογραφικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο τμήμα Σπουδών Επικοινωνίας του RMIT University.


 


 

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack